Ο θάνατος της στιγμής. Ίσως, ο καλύτερος θάνατος. Αιφνίδιος, πέραν του δέοντος ταχύς, χωρίς την πνιγηρή αγωνία της συνεχούς φθοράς, τον ξεπεσμό του γήρατος. Ένα μοιραίο, καρδιακό, επεισόδιο, λόγου χάρη, την ώρα που κοιμάμαι τον… ύπνο του δικαίου (αλλά και το να περπατώ με βροχή κι ανοιχτή ομπρέλα, ας πούμε, στην Πανεπιστημίου και στο ύψος του ξενοδοχείου Τιτάνια να μου έρθει κατακέφαλα -από… ελεύθερη πτώση- η κεντρική μονάδα κλιματιστικού που ξέφυγε από το γερανό μεταφοράς. οι οικείοι μου θα με αναγνωρίσουν, ίσως, από την ξύλινη λαβή της ομπρέλας και τις πράσινες, διαφανείς, μέντες που συνηθίζω να έχω στις τσέπες του μπουφάν μου, το χιλιοδαγκωμένο μολυβάκι και τα αποξηραμένα φυλλαράκια της δάφνης. ίσως, πάλι, και να μην αναγνωρίσει το πτώμα μου ουδείς, να είμαι τόσο…φλατ, που η μόνη ένδειξη της ύπαρξής μου να είναι ένας, κάπως, σκούρος λεκές στις πλάκες του πεζοδρομίου, δεν με απασχολεί ουδόλως όμως…).
Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο: