Ακαριαίος Θάνατος

 

Ο θάνατος της στιγμής. Ίσως, ο καλύτερος θάνατος.  Αιφνίδιος, πέραν του δέοντος ταχύς, χωρίς την πνιγηρή αγωνία της συνεχούς φθοράς, τον ξεπεσμό του γήρατος. Ένα μοιραίο, καρδιακό, επεισόδιο, λόγου χάρη, την ώρα που κοιμάμαι τον… ύπνο του δικαίου (αλλά και το να περπατώ με βροχή κι ανοιχτή ομπρέλα, ας πούμε, στην Πανεπιστημίου και στο ύψος του ξενοδοχείου Τιτάνια να μου έρθει κατακέφαλα -από… ελεύθερη πτώση- η κεντρική μονάδα κλιματιστικού που ξέφυγε από το γερανό μεταφοράς. οι οικείοι μου θα με αναγνωρίσουν, ίσως, από  την ξύλινη λαβή της ομπρέλας και τις πράσινες, διαφανείς, μέντες που συνηθίζω να έχω στις τσέπες του μπουφάν μου, το χιλιοδαγκωμένο μολυβάκι και τα αποξηραμένα  φυλλαράκια της δάφνης.  ίσως, πάλι, και να μην αναγνωρίσει το πτώμα μου ουδείς, να είμαι τόσο…φλατ, που η μόνη ένδειξη της ύπαρξής μου να είναι ένας, κάπως, σκούρος λεκές στις πλάκες του πεζοδρομίου, δεν με απασχολεί ουδόλως όμως…).

 

Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο:

www.gatalexiko.gr

 

Βούλγαροι,οι

Εν γένει (και υβριστικά) οι οπαδοί των βορειοελλαδίτικων, ποδοσφαιρικών, ομάδων. Σύμφωνα με τον… πρύτανη της Γλωσσολογίας Γ. Μπαμπινιώτη και το "Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας" Βούλγαροι θεωρούνται μόνο οι οπαδοί του ΠΑΟΚ, κι αυτό «Γιατί συνηθίζουν να τους φωνάζουν έτσι στο γήπεδο, έχει καθιερωθεί  [...]» ( Ρουμ.)∙ «“ΟΚ”,  απάντησε στο περιοδικό Έψιλον ο πρόεδρος των παοκτζήδων σε συνέντευξη που έδωσε στον Θωμά Σιώμο: "τότε κι εμείς θα φωνάζουμε συνέχεια στο γήπεδο: τουτάνα – τουτάνα/ του Μπαμπινιώτη η μάνα, μέχρι να καθιερωθεί, οπότε θα είναι αναγκασμένος δίπλα στο λήμμα τουτάνα να βάλει τη μαμά του"» (πρ. π.). H λέξη εντάσσεται στις αθλητικές βρισιές, όπως πολύ σωστά κι εσείς υποθέσατε. Αντίθ.: χαμουτζήδες.

Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο:

www.gatalexiko.gr

Βίκτωρ Auburtin, Οδυσσέας και… Πηνελοπάκι!

…Στο λαμπροφώτιστο υπνοδωμάτιο ο Οδυσσέας άρχισε να μιλάει στην γυναίκα του την Πηνελόπη για τις εικοσάχρονές του περιπέτειες. για την Τροία, για την διαμάχη των βασιλιάδων στο στρατόπεδο. για το ταξίδι της επιστροφής και τα παράξενα της μακρυνής θάλασσας. 

Όμως όταν έφθασε στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, παρατήρησε πως η Πηνελόπη δίπλα του είχε αποκοιμηθεί. Και σκέφτηκε: τράβηξε πολλά σήμερα η καημένη. θα συνεχίσω αύριο. Κι ακούμπησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, πάνω στο πορφυρένιο προσκεφάλι.

[...]

Στο μακρυνό ταξίδι της επιστροφής απ' όλα πιο πολλή χαρά έδινε στον Οδυσσέα το πως θα διηγόταν στη γυναίκα του όλες αυτές τις περιπέτειες και πως εκείνη θα κρεμόταν αχόρταγα απ' τα χείλη του και θα τον διέκοπτε με ερωτήσεις. Όμως γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο προσεκτικός ακροατής σαν τους Φαίακες, που δύο μέρες ολάκερες άκουγαν με προσήλωση τη μελωδική του αφήγηση.

Όταν κάποτε της έκανε μια ερώτηση, κατάλαβε πως μπέρδευε τους Λαιστρυγόνες με τους Λωτοφάγους. κι αυτό τον πόναγε, γιατί θυμόταν με ακρίβεια τις εμπειρίες του, που όσο γίνονταν πιο μακρυνές, όλο και πιο πολύ τις αγαπούσε.

Μόνον όταν μιλούσε για τη νύμφη Καλυψώ φαινόταν ν' ακούει προσεκτικότερα. Και το ενδιαφέρον της αυτό τον ερέθιζε κι εξιστορούσε τούτο το κομμάτι της περιπλάνησής του πιο διεξοδικά: το μοναχικό νησί, το θαυμαστό ιερό άλσος, που στα δέντρα του φώλιαζαν τα θαλασσοπούλια, και την ευωδιαστή σπηλιά της θεάς.

- Πόσο καιρό έμεινες σ' αυτην την Καλυψώ; ρώτησε μια φορά.
- Επτά χρόνια, απάντησε αυτός.

Έσκυψε στο εργόχειρό της και τα μάτια της σκοτείνιασαν.

Τον καιρό που έλειπε ο Οδυσσέας, κάθε βράδυ, την ώρα που ανάβουν τα φώτα, άρχιζε στη μεγάλη αίθουσα η γιορτή των μνηστήρων. Και η Πηνελόπη άκουγε που 'φταναν ως το δωμάτιό της ο θόρυβος του συμποσίου, ο ήχος του αυλού και οι χαρούμενες φωνές των αντρών, που της ήταν αφοσιωμένοι.

Μερικές φορές, σκεπασμένη με τον πέπλο, ανέβαινε κρυφά στη στοά που περιέτρεχε ψηλά την αίθουσα και κοίταζε πίσω από έναν στύλο τους άντρες, που κάθονταν σε επίχρυσα καθίσματα: τον θεϊκό Αντίνοο – τα μάτια του ήταν σαν την νύχτα – τον ευγενή μεσόκοπο Ευρύμαχο και τον Μένωνα, που ακόμα ήταν παλικαράκι. Τώρα ο αυλός είχε βουβαθεί και όλα στο σπίτι ακολουθούσαν την κανονική τους πορεία. Όμως, πάντοτε, όταν ερχόταν η ώρα που άναβαν τα φώτα, η βασίλισσα γινόταν ανήσυχη κι έδειχνε να της λείπει αυτός ο ήχος κι αυτές οι μακρυνές φωνές, που όλες τώρα είχαν πεθάνει.

… επτά χρόνια…
- Χθες έλεγες δέκα. έχεις φαίνεται, πει τόσα ψέμματα στα ταξίδια σου, καημένε μου φίλε, που δεν ξέρεις πια να πεις την αλήθεια. Όμως είτε δέκα χρόνια ήταν είτε επτά, ήταν σίγουρα πολύς καιρός και φαίνεται πως καλοπέρασες εκεί. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: τι έκανες τόσο καιρό;

Tώρα έπρεπε να της απαντήσει: Γυναίκα, όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγούσα εσένα.  αυτά τα χρόνια καθόμουν στην αμμουδιά του μακρυνού νησιού, κοίταζα πέρα από τη θάλασσα και παρακαλούσα τους θεούς, να μπορέσω να δω μια φορά μονάχα ακόμα τον καπνό του σπιτιού σου. Έτσι έπρεπε να απαντήσει. Βλέποντας όμως πως τα μάτια της τον κοίταζαν παγερά και σκληρά, τα κράτησε μέσα του όλα αυτά. Και ποτέ της δεν έμαθε για τη μεγάλη του νοσταλγία για την πατρίδα. 

[...]

 Χρόνια ολάκερα ο Οδυσσέας είχε μαζί του ένα μικρό γαλάζιο θαλασσινό κογχύλι, απ' το νησί της Καλυψώς. Μια φορά είχε ξαπλώσει εκεί στην αμμουδιά. όπως συχνά, και κοίταζε νοσταλγικά μακριά, πάνω από τα συντριβάνια των κυμάτων, και καθώς έπαιζε το χέρι στου στην άμμο άγγιξε το μικρό κοχύλι. Από τότε το είχε πάντα μαζί του, σαν ανάμνηση της γλυκύτητας εκείνων των στιγμών. …Η Πηνελόπη γρήγορα παρατήρησε το μικρό αντικείμενο και πόσο τ' αγαπούσε.

-Από πού το έχεις αυτό το κογχύλι; τον ρώτησε.
-Το έχω από το νησί της Καλυψώς.
- Τότε καταλαβαίνω γιατί το αγαπάς τόσο πολύ.
Συγκράτησε τα νεύρα του.
- Όχι, είπε, δεν καταλαβαίνεις τίποτε, τα σκέφτεσαι όλα λαθεμένα.
Πέταξε το εργόχειρό της και κίνησε για την πόρτα.

[...]

Ο Οδυσσέας παρατήρησε πόσο κακοδιάθετη έδειχνε εκείνη τη στιγμή και ηρέμησε. Δεν μπορείς να καταλάβεις, είπε, όμως δεν θα αφήσω ν' ατιμαστεί η ιερότητα του πόνου μου.

Τώρα έμενε μέρες ολάκερες κάτω στο ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια. Στις σχέσεις του με τη θάλασσα συνέβη μια αξιοσημείωτη μεταβολή. Αρχικά, μετά την επιστροφή του, δεν ήθελε ούτε να δει τα νερά, που μέσα τους είχε τόσο υποφέρει. Τότε συνήθιζε να λέει, ότι ευτυχισμένος γίνεσαι μόνο στο μέρος που οι άνθρωποι περνάνε για φτιάρι το κουπί που κουβαλάς στον ώμο. Τώρα αγαπούσε και πάλι τη θάλασσα… Εκεί λοιπόν σκεφτόταν: μα πώς άλλαξαν όλα; Εκεί στο νησί νοσταλγούσα την πατρίδα μου και τώρα που έχω την πατρίδα, κάθομαι στην ερημιά της ακροθαλασσιάς ανάμεσα στις σανίδες που 'χει ξεβράσει η παλίρροια και νοσταλγώ την έλλειψη της πατρίδας.
Όμως μέσα του έλαμπαν με μυθική λάμψη όλες οι περιπέτειες των είκοσι χρόνων… 

Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο:

www.gatalexiko.gr

Μαριναλέντα, ένας δήμος χωρίς παπάδες δόξα τω Θεώ!

 

Marinaleda!Κοινότητα 2.645 κατοίκων στην Ανδαλουσία, ένα όμορφο χωριό της Νότιας Ισπανίας, όπου εφαρμόζεται άμεσα η συμμετοχική δημοκρατία: «"Εφαρμόζουμε μια συμμετοχική δημοκρατία, αποφασίζουμε για όλα, από τους φόρους ώς τις δημόσιες δαπάνες, σε μεγάλες συνελεύσεις. Πολλά κεφάλια δίνουν πολλές ιδέες", λέει ο Γκορντίγιο. "Ξέρουμε πως οι άνθρωποι μπορούμε να δουλεύουμε και για άλλες αξίες, όχι αποκλειστικά για το χρήμα"» (stavrochoros.pblogs.gr). Η Μαριναλέντα δεν διαθέτει παπάδες, μεσίτες και άλλους μεσάζοντες και τα σπίτια της νοικιάζονται, λέει, με 15 ευρώ τον μήνα μόνο. Ο δήμαρχός της, ο  Χουάν Μανουέλ Σάντσες Γκορντίγιο, επανεκλέγεται εδώ και 31 χρόνια: «"Το 1986, έπειτα από 12 χρόνια αγώνων και καταλήψεων κυρίως από τις γυναίκες του χωριού, η Μαριναλέντα κατάφερε να πάρει από ένα γαιοκτήμονα 12.000 στρέμματα γης και να δημιουργήσει έναν αγροτικό συνεταιρισμό από τον οποίο ζει σήμερα σχεδόν όλο το χωριό. Η γη δεν ανήκει σε κανέναν, η γη δεν αγοράζεται, η γη ανήκει σε όλους!", λέει ο δήμαρχος» (πρ. π.). Εδώ (στηΜαριναλέντα  δηλ.) η στέγαση, η εργασία, ο πολιτισμός, η εκπαίδευση και η υγεία θεωρούνται αυτονόητα δικαιώματα: «"Μια θέση στον παιδικό σταθμό με όλα τα γεύματα κοστίζει 12 ευρώ τον μήνα. Από την άλλη, "εδώ δεν έχουμε χωροφύλακες, θα ήταν μια άχρηστη σπατάλη", λέει ο δήμαρχος. "Δεν έχουμε ούτε παπά – δόξα τω Θεώ!", προσθέτει γελώντας»(πρ. π.). Στη Μαριναλέντα, το πιστεύετε δεν το πιστεύετε, όλες οι πόρτες είναι ξεκλείδωτες, ανοιχτές (όπως και σε μας κάποτε) κι ας μην υπάρχουν μπάτσοι και ομάδες Δίας, οι κλειδαριές ασφαλείας εδώ δεν έχουν καμιά πέραση, ούτε τα διάφορα αλάρμ και οι σεκιουριτάδες. 

… και για του λόγου το αληθές:

 

Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο:

www.gatalexiko.gr

 

Καλόγερος με «σιδεράκια» στα δόντια

Τον είδα στο τελευταίο μου ταξίδι στον Άθω (12 Aπριλίου συγκεκριμένα, άνοιξη του 2011). Διασταυρωθήκαμε μεταξύ καθολικού και τράπεζας της μονής Ξενοφώντος. Γύρω στα τριάντα-τριανταδύο. Στρογγυλοκέφαλος και κοντούλης. Γελούσε (με κάποιο αστείο της σκέψης του, ίσως) ενώ βάδιζε μόνος, φουριόζος. Εσκέφθην, προς στιγμήν, να τον ρωτήσω προς τι η κοσμητική των οδόντων για κάποιον όστις έχει διαλέξει τον δρόμο του ασκητισμού και της ταπεινότητας; Μετά, όμως, που το καλοσκέφθηκα βρήκα πως δεν με αφορούσε η υπόθεση, στο κάτω-κάτω αν νομίζει πως για ν’ αρέσει στον Θεό πρέπει να έχει ολόισια, ολόλευκα κι απαστράπτοντα δόντια είναι, ασφαλώς, δικό του θέμα…

Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο:

www.gatalexiko.gr

Οδός Φυλής

Ένας μεγάλος, αθηναϊκός, δρόμος. Αρχίζει από την οδό Μακεδονίας και καταλήγει στη Σύμης. Κόβει κάθετα την Ιουλιανού και την Κοδριγκτώνος. Ένα μέρος της είναι ένα μίνι μπουρδελοβαρόσι. Είναι η γνωστή (στους επί χρήμασι φτωχούς εραστές) οδός Φυλής. Οι κάτοικοι της περιοχής υποστηρίζουν, όπως διαβάζουμε, τα «κορίτσια» και δεν θέλουν να κλείσουν τα μπορντέλα, γιατί (δι' αυτών) νιώθουν ασφαλείς (ο δρόμος είναι πάντα γεμάτος κόσμο), ενώ οι διάφοροι ιδιοκτήτες ακινήτων και μαγαζάτορες της Φuλής τρίβουν με ικανοποίηση τις παλάμες τους: «οι επαγγελματίες της περιοχής (μίνι μάρκετ, ψιλικατζίδικα, μεταξύ άλλων) θεωρούν πως οι κοπέλες είναι οι καλύτεροί τους πελάτες» (Νικητ.)

 

Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο:

www.gatalexiko.gr