Ακαριαίος Θάνατος

 

Ο θάνατος της στιγμής. Ίσως, ο καλύτερος θάνατος.  Αιφνίδιος, πέραν του δέοντος ταχύς, χωρίς την πνιγηρή αγωνία της συνεχούς φθοράς, τον ξεπεσμό του γήρατος. Ένα μοιραίο, καρδιακό, επεισόδιο, λόγου χάρη, την ώρα που κοιμάμαι τον… ύπνο του δικαίου (αλλά και το να περπατώ με βροχή κι ανοιχτή ομπρέλα, ας πούμε, στην Πανεπιστημίου και στο ύψος του ξενοδοχείου Τιτάνια να μου έρθει κατακέφαλα -από… ελεύθερη πτώση- η κεντρική μονάδα κλιματιστικού που ξέφυγε από το γερανό μεταφοράς. οι οικείοι μου θα με αναγνωρίσουν, ίσως, από  την ξύλινη λαβή της ομπρέλας και τις πράσινες, διαφανείς, μέντες που συνηθίζω να έχω στις τσέπες του μπουφάν μου, το χιλιοδαγκωμένο μολυβάκι και τα αποξηραμένα  φυλλαράκια της δάφνης.  ίσως, πάλι, και να μην αναγνωρίσει το πτώμα μου ουδείς, να είμαι τόσο…φλατ, που η μόνη ένδειξη της ύπαρξής μου να είναι ένας, κάπως, σκούρος λεκές στις πλάκες του πεζοδρομίου, δεν με απασχολεί ουδόλως όμως…).

 

Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο:

www.gatalexiko.gr

 

Εγωισμός

Τι κρίμα να χαλούν όλα στο όνομα του εγωισμού! Οι σχέσεις των ανθρώπων σίγουρα δεν είναι φτιαγμένες για την τελειότητα. Πάντα κάποιος δε θα σε καταλαβαίνει, ούτε θα καταλαβαίνεις εσύ τους άλλους. Όλοι είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας. Διαφορετικά (!) θα βαριόμασταν. Είναι και όμορφη αυτή η ανομοιομορφία. Ενδιαφέρουσα. Σε σπρώχνει να μάθεις, σε κάνει να υποχωρείς ή και να θυμώνεις. Πάντα θα μαθαίνεις όμως κάτι καινούριο. Κάπου διάβασα ‘κάθε φορά που πέφτετε, σηκώστε κάτι’. Και έχουν δίκιο.

Είναι κρίμα ένας κακός εγωισμός να σε αφήνει πίσω με το βάρος μιας άλυτης υπόθεσης. Πρέπει να σε τρελαίνει αυτή η κατάσταση. Ακόμα και λάθος να έχεις – που συνήθως δεν είναι μονόπλευρα τα λάθη- χρειάζεται συζήτηση και προσπάθεια για κατανόηση. Δεν πας για εκτέλεση! Απλά επαναπροσδιορίζεις το λάθος και πιθανότατα καταφέρνεις να το διορθώσεις.

Στο τέλος, καλύτερα είναι να θυμώσεις, να μαλώσεις και να βγάλεις όσα σε εμποδίζουν μέσα σου παρά να τα κρατάς και είτε να ξεσπάσεις κάποια στιγμή σαν ηφαίστειο ξεχασμένο από τον χρόνο, είτε να μείνεις απαθής.

Η απάθεια ,λένε, είναι χειρότερη από το μίσος. Και εγώ την μισώ την απάθεια! Καλύτερα λοιπόν, να σε μισήσουν παρά να μην δίνουν δεκάρα για σένα. Αν σε μισήσουν ίσως και να σε έχουν αγαπήσει κάποια στιγμή, με κάποιο τρόπο- προϋποθέτει συναίσθημα το μίσος. Η ΑΠΑΘΕΙΑ είναι ΚΕΝΗ. 

 

 

 

 

 

Το τέλος μιας εποχής

Το τέλος της εποχής φτάνει πλέον με γρήγορους ρυθμούς. Ολοκληρώνεται μια εποχή που μας έδωσε πολλά, αλλά κράτησε και πολλά άλλα μακριά μας.

Στο ταξίδι μας αυτό γνωρίσαμε φίλους, χάσαμε φίλους, νιώσαμε την απόλυτη ελευθερία αλλά και τις πρώτες απτές υποχρεώσεις μας, επισκεφτήκαμε νέους τόπους, πήραμε μαθήματα ζωής, απογοητευτήκαμε, νιώσαμε ολόκληροι και μας άδειασαν σε μια μέρα. Μας άδειασαν από ελπίδες. Όμως όλα αλλάζουν και τίποτα δεν μένει. Όλα είναι ένας κύκλος. Όλα γυρίζουν.

Η εποχή τελειώνει και μας αφήνει στο έλεος της τύχης μας. Αν η τύχη αυτή θα είναι καλή ή κακή εξαρτάται από μας τους ίδιους. Έχουμε ένα βουνό να ανέβουμε. Θα καθίσουμε να ρεμβάζουμε την μεγαλειότητα του ή θα το ανέβουμε για να δούμε τη θεά από ψηλά; Εμείς αποφασίζουμε!

Βούλγαροι,οι

Εν γένει (και υβριστικά) οι οπαδοί των βορειοελλαδίτικων, ποδοσφαιρικών, ομάδων. Σύμφωνα με τον… πρύτανη της Γλωσσολογίας Γ. Μπαμπινιώτη και το "Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας" Βούλγαροι θεωρούνται μόνο οι οπαδοί του ΠΑΟΚ, κι αυτό «Γιατί συνηθίζουν να τους φωνάζουν έτσι στο γήπεδο, έχει καθιερωθεί  [...]» ( Ρουμ.)∙ «“ΟΚ”,  απάντησε στο περιοδικό Έψιλον ο πρόεδρος των παοκτζήδων σε συνέντευξη που έδωσε στον Θωμά Σιώμο: "τότε κι εμείς θα φωνάζουμε συνέχεια στο γήπεδο: τουτάνα – τουτάνα/ του Μπαμπινιώτη η μάνα, μέχρι να καθιερωθεί, οπότε θα είναι αναγκασμένος δίπλα στο λήμμα τουτάνα να βάλει τη μαμά του"» (πρ. π.). H λέξη εντάσσεται στις αθλητικές βρισιές, όπως πολύ σωστά κι εσείς υποθέσατε. Αντίθ.: χαμουτζήδες.

Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο:

www.gatalexiko.gr

Βίκτωρ Auburtin, Οδυσσέας και… Πηνελοπάκι!

…Στο λαμπροφώτιστο υπνοδωμάτιο ο Οδυσσέας άρχισε να μιλάει στην γυναίκα του την Πηνελόπη για τις εικοσάχρονές του περιπέτειες. για την Τροία, για την διαμάχη των βασιλιάδων στο στρατόπεδο. για το ταξίδι της επιστροφής και τα παράξενα της μακρυνής θάλασσας. 

Όμως όταν έφθασε στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, παρατήρησε πως η Πηνελόπη δίπλα του είχε αποκοιμηθεί. Και σκέφτηκε: τράβηξε πολλά σήμερα η καημένη. θα συνεχίσω αύριο. Κι ακούμπησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, πάνω στο πορφυρένιο προσκεφάλι.

[...]

Στο μακρυνό ταξίδι της επιστροφής απ' όλα πιο πολλή χαρά έδινε στον Οδυσσέα το πως θα διηγόταν στη γυναίκα του όλες αυτές τις περιπέτειες και πως εκείνη θα κρεμόταν αχόρταγα απ' τα χείλη του και θα τον διέκοπτε με ερωτήσεις. Όμως γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο προσεκτικός ακροατής σαν τους Φαίακες, που δύο μέρες ολάκερες άκουγαν με προσήλωση τη μελωδική του αφήγηση.

Όταν κάποτε της έκανε μια ερώτηση, κατάλαβε πως μπέρδευε τους Λαιστρυγόνες με τους Λωτοφάγους. κι αυτό τον πόναγε, γιατί θυμόταν με ακρίβεια τις εμπειρίες του, που όσο γίνονταν πιο μακρυνές, όλο και πιο πολύ τις αγαπούσε.

Μόνον όταν μιλούσε για τη νύμφη Καλυψώ φαινόταν ν' ακούει προσεκτικότερα. Και το ενδιαφέρον της αυτό τον ερέθιζε κι εξιστορούσε τούτο το κομμάτι της περιπλάνησής του πιο διεξοδικά: το μοναχικό νησί, το θαυμαστό ιερό άλσος, που στα δέντρα του φώλιαζαν τα θαλασσοπούλια, και την ευωδιαστή σπηλιά της θεάς.

- Πόσο καιρό έμεινες σ' αυτην την Καλυψώ; ρώτησε μια φορά.
- Επτά χρόνια, απάντησε αυτός.

Έσκυψε στο εργόχειρό της και τα μάτια της σκοτείνιασαν.

Τον καιρό που έλειπε ο Οδυσσέας, κάθε βράδυ, την ώρα που ανάβουν τα φώτα, άρχιζε στη μεγάλη αίθουσα η γιορτή των μνηστήρων. Και η Πηνελόπη άκουγε που 'φταναν ως το δωμάτιό της ο θόρυβος του συμποσίου, ο ήχος του αυλού και οι χαρούμενες φωνές των αντρών, που της ήταν αφοσιωμένοι.

Μερικές φορές, σκεπασμένη με τον πέπλο, ανέβαινε κρυφά στη στοά που περιέτρεχε ψηλά την αίθουσα και κοίταζε πίσω από έναν στύλο τους άντρες, που κάθονταν σε επίχρυσα καθίσματα: τον θεϊκό Αντίνοο – τα μάτια του ήταν σαν την νύχτα – τον ευγενή μεσόκοπο Ευρύμαχο και τον Μένωνα, που ακόμα ήταν παλικαράκι. Τώρα ο αυλός είχε βουβαθεί και όλα στο σπίτι ακολουθούσαν την κανονική τους πορεία. Όμως, πάντοτε, όταν ερχόταν η ώρα που άναβαν τα φώτα, η βασίλισσα γινόταν ανήσυχη κι έδειχνε να της λείπει αυτός ο ήχος κι αυτές οι μακρυνές φωνές, που όλες τώρα είχαν πεθάνει.

… επτά χρόνια…
- Χθες έλεγες δέκα. έχεις φαίνεται, πει τόσα ψέμματα στα ταξίδια σου, καημένε μου φίλε, που δεν ξέρεις πια να πεις την αλήθεια. Όμως είτε δέκα χρόνια ήταν είτε επτά, ήταν σίγουρα πολύς καιρός και φαίνεται πως καλοπέρασες εκεί. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: τι έκανες τόσο καιρό;

Tώρα έπρεπε να της απαντήσει: Γυναίκα, όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγούσα εσένα.  αυτά τα χρόνια καθόμουν στην αμμουδιά του μακρυνού νησιού, κοίταζα πέρα από τη θάλασσα και παρακαλούσα τους θεούς, να μπορέσω να δω μια φορά μονάχα ακόμα τον καπνό του σπιτιού σου. Έτσι έπρεπε να απαντήσει. Βλέποντας όμως πως τα μάτια της τον κοίταζαν παγερά και σκληρά, τα κράτησε μέσα του όλα αυτά. Και ποτέ της δεν έμαθε για τη μεγάλη του νοσταλγία για την πατρίδα. 

[...]

 Χρόνια ολάκερα ο Οδυσσέας είχε μαζί του ένα μικρό γαλάζιο θαλασσινό κογχύλι, απ' το νησί της Καλυψώς. Μια φορά είχε ξαπλώσει εκεί στην αμμουδιά. όπως συχνά, και κοίταζε νοσταλγικά μακριά, πάνω από τα συντριβάνια των κυμάτων, και καθώς έπαιζε το χέρι στου στην άμμο άγγιξε το μικρό κοχύλι. Από τότε το είχε πάντα μαζί του, σαν ανάμνηση της γλυκύτητας εκείνων των στιγμών. …Η Πηνελόπη γρήγορα παρατήρησε το μικρό αντικείμενο και πόσο τ' αγαπούσε.

-Από πού το έχεις αυτό το κογχύλι; τον ρώτησε.
-Το έχω από το νησί της Καλυψώς.
- Τότε καταλαβαίνω γιατί το αγαπάς τόσο πολύ.
Συγκράτησε τα νεύρα του.
- Όχι, είπε, δεν καταλαβαίνεις τίποτε, τα σκέφτεσαι όλα λαθεμένα.
Πέταξε το εργόχειρό της και κίνησε για την πόρτα.

[...]

Ο Οδυσσέας παρατήρησε πόσο κακοδιάθετη έδειχνε εκείνη τη στιγμή και ηρέμησε. Δεν μπορείς να καταλάβεις, είπε, όμως δεν θα αφήσω ν' ατιμαστεί η ιερότητα του πόνου μου.

Τώρα έμενε μέρες ολάκερες κάτω στο ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια. Στις σχέσεις του με τη θάλασσα συνέβη μια αξιοσημείωτη μεταβολή. Αρχικά, μετά την επιστροφή του, δεν ήθελε ούτε να δει τα νερά, που μέσα τους είχε τόσο υποφέρει. Τότε συνήθιζε να λέει, ότι ευτυχισμένος γίνεσαι μόνο στο μέρος που οι άνθρωποι περνάνε για φτιάρι το κουπί που κουβαλάς στον ώμο. Τώρα αγαπούσε και πάλι τη θάλασσα… Εκεί λοιπόν σκεφτόταν: μα πώς άλλαξαν όλα; Εκεί στο νησί νοσταλγούσα την πατρίδα μου και τώρα που έχω την πατρίδα, κάθομαι στην ερημιά της ακροθαλασσιάς ανάμεσα στις σανίδες που 'χει ξεβράσει η παλίρροια και νοσταλγώ την έλλειψη της πατρίδας.
Όμως μέσα του έλαμπαν με μυθική λάμψη όλες οι περιπέτειες των είκοσι χρόνων… 

Το παραπάνω άρθρο-σχόλιο είναι ένα από τα μαύρα… καρότα του Νίκου Δ. Πλατή που φύτρωσαν προσφάτως στο:

www.gatalexiko.gr

Φίλος!

«Κοντά σου είμαι ο εαυτός μου! Γίνομαι ο εαυτός μου, απλά. Δε μου συμβαίνει συχνά αυτό». Τι σοφά τα λόγια της Βαμβουνάκη;

Δεν είχα συνειδητοποιήσει τι ακριβώς σημαίνει φιλία, μέχρι που διάβασα αυτό και ένα συγκεκριμένο χαμογελαστό πρόσωπο πετάχτηκε πρώτο στο μυαλό μου- όχι ότι δεν νιώθω εξίσου όμορφα και με τους υπόλοιπους φίλους μου. Απλά, αυτό το πρόσωπο είναι που φέρνει τον Ήλιο στη διάθεση μου, ακόμα κι αν μέσα μου επικρατεί άγρια Θύελλα. Τον Ήλιο που αναζητώ πάντα, αλλά δεν καταφέρνω να τον έχω, αυτό το πρόσωπο μου τον χαρίζει απλόχερα. Δεν χρειάζεται πάντα να κάνουμε συζητήσεις εις βάθος, αλλά ξέρω ότι με ένα βλέμμα –Καλά! Ίσως με δυο τρία μερικές φορές- θα με καταλάβει. Μαζί του ξεχνάω όλα όσα με βαραίνουν και απλά χαλαρώνω. Γελάω με τις ώρες όσο είμαστε παρέα και χαμογελάω μόνη μου όταν είμαστε μακριά και θυμάμαι τις στιγμές που πέρασαν. Του έχω μια μικρή αδυναμία – ομολογώ- γιατί νιώθω την αγάπη του κυρίως στις πράξεις του παρά στα λόγια, όχι μόνο προς εμένα, αλλά και προς όσους αγαπάει πραγματικά- αυτό δεν το συναντάει κανείς συχνά και ήταν έκπληξη η πρώτη φόρα που το ένιωσα.

Ελπίζω να του χαρίζω και εγώ όσο περισσότερα μπορώ, για να παραμένει το χαμόγελο πάντα στα χείλη του και η φιλία μας να διαρκέσει για μια ζωή, είτε μείνουμε κοντά, είτε μακριά.